Οι πιστοί και ο Θεός τους σ’ έναν κόσμο διαφθοράς
1 Στον πρωτοψάλτη· όπως το «μαχαλάθ». Μασχίλ του Δαβίδ.
2 Είπε μες στην καρδιά του ο ασύνετος:
«Δεν υπάρχει Θεός που να ενεργεί».
Φθαρμένα είναι τα έργα τους κι ανόσια,
κανείς δεν πράττει το αγαθό.
3 Παρατηρεί απ’ τους ουρανούς
ο Κύριος τους ανθρώπους,
να δει αν υπάρχει συνετός κανείς,
που το Θεό γυρεύει.
4 Όλοι απομακρύνθηκαν, όλοι μαζί φθαρήκαν.
Κανείς δεν πράττει το καλό, έστω κι ένας
μονάχος.
5 «Δεν έχουνε», ρωτάει ο Θεός, «επίγνωση
οι δράστες όλοι του κακού;
Κατασπαράζουν το λαό μου,
έτσι όπως τρώνε το ψωμί·
σ’ εμένα δεν προσεύχονται».
6 Θα πέσει μέγας φόβος
εκεί που φόβος δεν υπήρχε,
γιατί διασκόρπισε ο Θεός
τα κόκαλα των πολιορκητών σου,
λαέ μου·
τους ντρόπιασε,
γιατί ο Θεός τούς είχε απορρίψει.
7 Ποιος θα χαρίσει απ’ τη Σιών
τη σωτηρία του Ισραήλ;
Όταν ο Κύριος ξαναφέρει το λαό του
στην πρωτινή ευτυχία του,
οι απόγονοι του Ιακώβ θ’ αγάλλονται,
όλος ο Ισραήλ θα χαίρεται.
—https://d1b84921e69nmq.cloudfront.net/31/32k/PSA/148-d7b2400ed80b7b807b0d7a05b6ce6ebc.mp3?version_id=173—